Σάββατο 5 Ιουνίου 2010

Νέα νομοθεσία της Ε.Ε. για τους σπόρους: Απειλή για τις τοπικές ποικιλίες, ευνοϊκή για πατέντες & τεχνολογίες ελέγχου

Πηγή: http://www.biotechwatch.gr

Μια νέα αναθεώρηση της νομοθεσίας της Ε.Ε. σχετικά με την εμπορία σπόρων που αναμένεται να ισχύσει σύντομα, δείχνει να αποτελεί ουσιαστική απειλή για την διατήρηση και κυκλοφορία των τοπικών ποικιλιών, οδηγώντας μέχρι και στην απαγόρευση τους. Αντίθετα οι προτεινόμενες ρυθμίσεις ευνοούν τις μεγάλες εταιρείες σπόρων μέσω της επέκτασης των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και την προώθηση νέων τεχνολογιών έλεγχου για όλες τις εμπορικές φυτικές ποικιλίες.

Διατήρηση της ποικιλομορφίας; όχι και τόσο..


Χωρίς να έχει γίνει δημόσια αντιληπτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αρχίσει να αναθεωρεί την νομοθεσία της Ε.Ε. σχετικά με την εμπορία σπόρων από το 2008. Μέχρι και πριν μερικά χρόνια, η εμπορία σπόρων μη εγγεγραμμένων ποικιλιών (τοπικών, παραδοσιακών και ιδιοπαραγώμενων) δεν υφίσταντο στις περισσότερες χώρες κάποιο ουσιαστικό έλεγχο, μιας και αποτελούσαν σχετικά μικρό κομμάτι της αγοράς και διακινούνταν χωρίς ανταγωνιστικές εμπορικές προθέσεις. Τον Ιούνιο του 2008, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε μια οδηγία σχετικά με την διατήρηση συγκεκριμένων ποικιλιών καταλήγοντας σε μια σειρά οδηγιών, οι οποίες εφαρμόζονται με διαφορετικό τρόπο σε κάθε χώρα της Ε.Ε.. Ο ρόλος τους είναι η ρύθμιση της εμπορικής κυκλοφορίας φυλών ζώων, φυτικών ποικιλιών προσαρμοσμένων σε τοπικές συνθήκες καθώς και εκείνων που κινδυνεύουν με εξαφάνιση. Τα κράτη μέλη της Ε.Ε. θα υποχρεωθούν σύντομα, πιθανότατα εντός τους 2010, να ενσωματώσουν τις σχετικές οδηγίες στην εθνική τους νομοθεσία.

Ωστόσο, παρόλο τον τίτλο “για την διατήρηση της ποικιλομορφίας", οι οδηγίες αυτές δεν έχουν συνάδει μέχρι τώρα με τον σκοπό τους, το να σταματήσει δηλαδή η απώλεια αγροτικής βιοποικιλότητας και να απλοποιηθεί η σχετική νομοθεσία. Όπως έχει επισημανθεί, αν και επέτρεψαν την καταχώρηση τοπικών ποικιλιών στους επίσημους καταλόγους, παράλληλα έχουν δημιουργηθεί και πολλά υπερβολικά γραφειοκρατικά εμπόδια. Τρεις προϋποθέσεις αυτών θεωρούνται ιδιαίτερα παράλογες και εκτιμάται ότι εμπεριέχουν κατά πολύ τον κίνδυνο απαγόρευσης των μη καταχωρημένων ποικιλιών: Η ανάγκη απόδειξης της σπουδαιότητας της συγκεκριμένης ποικιλίας, ο περιορισμός και διανομή των τοπικών σπόρων μόνο στις περιοχές καταγωγής τους και ο ποσοτικός περιορισμός της καλλιέργειας των ποικιλιών σε αναλογία με τις εμπορικές ποικιλίες.

Οι πιέσεις του λόμπι της βιομηχανίας σπόρων

Σημαντικό ρόλο για την μορφοποίηση των παραπάνω οδηγιών φαίνεται να έπαιξε η σποροπαραγωγική βιομηχανία, με διεθνής πια επιχειρηματική δραστηριότητα και με τις δέκα μεγαλύτερες εταιρίες να ελέγχουν το 67% της αγοράς. Μεταξύ αυτών βρίσκονται κολοσσοί όπως η Monsanto, Bayer και η Syngenta οι οποίες, πέρα της χημικής και βιοτεχνολογικής βιομηχανίας, έχουν εξαπλωθεί ραγδαία και στο χώρο της εμπορίας σπόρων και εφαρμόζουν εδώ και καιρό έντονες πιέσεις ως λόμπι στην Ε.Ε. για την νέα νομοθεσία, απαιτώντας την ενίσχυση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και την προστασίας τους. Οι εταιρείες ισχυρίζονται ότι χάνουν αυτή τη στιγμή το 40% των εν δυνάμει αγορών λόγω “παράνομης αναπαραγωγής”, όπως την ονομάζουν, καθώς και λόγω της σποροπαραγωγής μη-καταχωρημένων ποικιλιών. Τα συμφέροντα της Ευρωπαϊκής βιομηχανίας σπόρων εκπροσωπούνται σε όλες τις ηπείρους εντός της Διεθνούς Ένωσης για την Προστασία Νέων Φυτικών Ποικιλιών (UPOV) μέσω πολιτικών που αφορούν την Προστασία των Φυτικών Ποικιλιών (PVP).

Μοριακό “barcode” για τα φυτά..

Μέχρι τώρα η γενετική μηχανική έδειχνε να εξυπηρετεί την βιομηχανία ως ιδανική λύση για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, καθώς οι γενετικά τροποποιημένες ποικιλίες μπορούν να πατενταριστούν και να εντοπιστούν στα χωράφια μέσω του γενετικού τους κώδικα. Οι γεωργοί που δεσμεύονται με σχετικά συμβόλαια, μπορούν να μηνυθούν για παράνομη αναπαραγωγή, σε περίπτωση που φυλάξουν και εμπορευθούν το γ.τ. σπόρο. Η βιοτεχνολογική βιομηχανία έχει αρνηθεί να αναλάβει την ευθύνη για τις τυχόν επιμολύνσεις χωραφιών και εμμένει σε θέσπιση ποσοτικών ορίων που επιτρέπουν την περιορισμένη γενετική μόλυνση σε καλλιέργειες χωρίς γ.τ.ο., χωρίς αυτό να αναγράφεται στην ετικέτα.

Δεδομένης της εντεινόμενης Ευρωπαϊκής αντίστασης στους γ.τ.ο. Η βιομηχανία εισηγείται τώρα άλλες σχετικές τεχνολογικές λύσεις. Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για τις νέες νομοθετικές ρυθμίσεις περί εμπορίας σπόρων, επιδιώκουν την δυνατότητα ταυτοποίησης των ποικιλιών μέσω μιας τεχνολογίας γενετικής ακολουθίας, γνωστή και ως Μοριακή Σήμανση. Η τεχνολογία αυτή-η οποία δεν πρόκειται για γενετική τροποποίηση-θα επιτρέψει τις εταιρείες να αναγνωρίζουν τις ποικιλίες τους στο χωράφι και να αποφευχθεί έτσι η εκ νέου σπορά τους το επόμενο έτος. Αγνοείται ωστόσο ο κίνδυνος πως αυτές οι γενετικές αλληλουχίες θα μπορούσαν να εμφανιστούν και να εντοπιστούν σε ένα γειτονικούς αγρούς, λόγω άθελης διασταύρωσης και γονιμοποίησης των φυτών, δημιουργώντας τα ίδια ακριβώς προβλήματα για θέματα κυριότητας, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους γ.τ.ο.


Παραγωγή και αρπαγή


Ποιες θα είναι οι συνέπειες εάν οι εταιρείες σπόρων καταφέρουν και επιβάλλουν την ατζέντα τους; Περιβαλλοντικές και κοινωνικές οργανώσεις έχουν ήδη επισημάνει την απολυταρχική επίθεση, πρωτίστως κατά των τοπικών ποικιλιών-του τελευταίου “ελεύθερου” κομματιού της αγροτικής παραγωγής-και την δημιουργία μιας επικίνδυνα εξαρτημένης σχέσης συνδιαλλαγής και έλεγχου μέσω πατεντών και νέας τεχνολογίας, ακόμη και στους συμβατικούς σπόρους.

Μια κατάφωρη αφαίρεση δηλαδή των θεμελιωδών δικαιωμάτων της διατήρησης και ιδιοπαραγωγής σπόρων και μια τεράστια μεταφορά αξίας και από τους αγρότες προς τις εταιρείες που διεκδικούν ανοιχτά πια βασικές γεωργικές διαδικασίες. Το ενδιαφέρον είναι πως ακόμη και κάποιοι συντηρητικοί αναλυτές έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται ότι τα παραπάνω μπορούν να οδηγήσουν σε μείωση της ανάπτυξης και έρευνας. Με μια βιομηχανία η οποία, μη μπορώντας να παράξει αξία μέσω της καινοτομίας, προσπαθεί να αρπάξει το τελευταίο υπόλοιπο της αγοράς και να αυξήσει τα κέρδη της, εμποδίζοντας ως εκ τούτου την οποιαδήποτε πρόοδο της γεωργίας.

Β.Γ. διαβάστε ολόκληρο το κείμενο εδώ...

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010

Η «φούσκα» των βιολογικών

Στα χαρτιά έχουμε 25.000 Ελληνες βιοκαλλιεργητές, στα ράφια ελάχιστα ελληνικά βιολογικά προϊόντα. Τι συμβαίνει από το χωράφι στο ράφι;

Των ΛΙΝΑΣ ΓΙΑΝΝΑΡΟΥ, ΗΛΙΑ ΚΑΝΤΑΡΟΥ
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
27.2.2010

Το πρόβλημα μοιάζει να είναι για… δυνατούς λύτες. Γιατί στα χαρτιά η χώρα μας μοιάζει να παράγει κάθε λογής αγροτικά και κτηνοτροφικά αγαθά βιολογικής προέλευσης, αλλά, ως εκ θαύματος, στα καταστήματα η συντριπτική πλειονότητα των προϊόντων είναι εισαγόμενα; Τι συμβαίνει στη διαδρομή από το χωράφι στο ράφι; Η απάντηση είναι ότι η περίφημη ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας, την οποία πανηγυρίζει κάθε χρόνο το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ανακοινώνοντας την επέκταση του προγράμματος, είναι στην πραγματικότητα μια... φούσκα. Η αλήθεια είναι ότι, ενώ στα μητρώα του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων βρίσκονται εγγεγραμμένοι περίπου 25.000 παραγωγοί βιολογικών προϊόντων (αγρότες και κτηνοτρόφοι), μόνο οι 4.000 από αυτούς διοχετεύουν στην αγορά τα προϊόντα τους - με τον αριθμό τους να βαίνει μειούμενος. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, η αυξανόμενη ζήτηση για βιολογικά προϊόντα εξακολουθεί να καλύπτεται κυρίως από το εξωτερικό: τα εισαγόμενα βιολογικά τρόφιμα αντιστοιχούν στο 57% της αγοράς, ενώ στα φρούτα και τα λαχανικά το ποσοστό ξεπερνά το 80%.

Επιδοτήσεις χωρίς έλεγχο

Στη ρίζα του προβλήματος βρίσκεται ένα παρωχημένο και λίγο «ύποπτο» σύστημα επιδοτήσεων, στο οποίο βασίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου η πολιτική για την ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας στη χώρα μας. Και αυτό γιατί, στην Ελλάδα, η επιδότηση δεν είναι συνδεδεμένη με το προϊόν. Ο παραγωγός μπορεί δηλαδή να εξασφαλίσει το συνολικό ποσό των χρημάτων χωρίς ποτέ να ελεγχθεί εάν πράγματι παράγει βιολογικά προϊόντα, καθώς για το κράτος αρκεί ένας παραγωγός να μη ρίχνει χημικά στο χωράφι του για να ονομαστεί βιοκαλλιεργητής και να ενταχθεί στο πρόγραμμα! Η πολιτική αυτή έχει στόχο δήθεν την προσπάθεια «εξυγίανσης» των εδαφών (αυτό τουλάχιστον απαντά σχεδόν μονότονα το αρμόδιο υπουργείο), δηλαδή την προστασία του περιβάλλοντος και μόνο σε δεύτερο επίπεδο την ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας. Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ, ωστόσο, γνωρίζουν πολύ καλά πως, στην πραγματικότητα, το σύστημα αυτό ήταν ένας τρόπος να διοχετευτούν γρήγορα χρήματα στον αγροτικό κόσμο, μια τονωτική ένεση στον πολύπαθο παραγωγικό κλάδο. Ετσι η επιδότηση δίνεται με το στρέμμα. Βάσει του προγράμματος του 2005, τα ετήσια ποσά κυμαίνονται, ανάλογα με το προϊόν, από 33 ευρώ/στρέμμα (σιτηρά, αρωματικά) έως 90 ευρώ/στρέμμα (ελιές, αμπέλια, μηλοειδή, εσπεριδοειδή).

Πράγματι, στα «χαρτιά» πάμε καλά. Ο αριθμός των βιοκαλλιεργητών εκτοξεύθηκε -από 9.885 το 2004 σε 24.729 το 2007-, ενώ την ίδια περίοδο, οι βιολογικά καλλιεργούμενες εκτάσεις έφτασαν τα 3 εκατ. στρέμματα γης. Ωστόσο, με μια πιο προσεκτική ματιά στα στοιχεία, φαίνεται πως μόνο έπειτα από κάθε νέα προκήρυξη προγράμματος επιδότησης σημειώνεται αύξηση στον αριθμό των βιοκαλλιεργητών. Μετά την προκήρυξη του προγράμματος επιδότησης του 2006, για παράδειγμα, σημειώθηκε αύξηση στις νέες εντάξεις βιοκαλλιεργητών της τάξης του 520%! Αυτό που συστηματικά αποκρύπτεται όμως είναι ότι, με τη λήξη του εκάστοτε πενταετούς προγράμματος επιδότησης, ένα μεγάλο μέρος των βιοκαλλιεργητών αποχωρεί μαζικά από τη βιολογική γεωργία. Ενδεικτικά, από το 2005 ώς το 2006, τα στρέμματα γης σε πλήρες βιολογικό στάδιο (δηλαδή οι εκτάσεις που έχουν «κλείσει» τριετία ως βιολογικές) μειώθηκαν κατά 40%. Συγκεκριμένα, η έκταση της βιολογικά καλλιεργούμενης γης μειώθηκε κατά 63,99% στα σιτηρά, 36% στα αρωματικά φυτά, 32% στα φρούτα, 32% στους ξηρούς καρπούς, 18% στο αμπέλι και 37% στις ελιές - δηλαδή σε μια σειρά από «βασικά» προϊόντα.

Στις «εύκολες» καλλιέργειες

Είναι σαφές ότι εκατοντάδες παραγωγοί εντάχθηκαν στο πρόγραμμα μόνο για να καρπωθούν τις επιδοτήσεις. Ανάμεσά τους αγρότες οι οποίοι θα εγκατέλειπαν το επάγγελμα και διαπίστωσαν ότι, χωρίς κόπο, θα μπορούσαν να ενισχύσουν το εισόδημά τους, αγρότες που ασχολούνται με τη συμβατική γεωργία, αλλά διατηρούν μποστάνι με «καθαρά» προϊόντα για την οικογένεια, άλλοι επαγγελματίες (ανάμεσά τους και πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι), οι οποίοι είχαν ένα «χωραφάκι» και αποφάσισαν να το εκμεταλλευτούν χωρίς να εμπορεύονται τα προϊόντα τους, πολλοί που έχουν εκτάσεις με παρατημένα λιόδεντρα κ.ο.κ. Ενδεικτικό της κατάστασης είναι ότι, μέχρι σήμερα, για να λάβει κανείς επιδότηση για την παραγωγή βιολογικών προϊόντων, δεν χρειαζόταν να είναι κατ' επάγγελμα αγρότης. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι στη συντριπτική πλειονότητά τους οι νεοεισερχόμενοι στο χώρο της βιολογικής γεωργίας καταπιάνονται με τις λεγόμενες «εύκολες» καλλιέργειες.

Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, το μεγαλύτερο ποσοστό των βιολογικά καλλιεργούμενων εκτάσεων καταλαμβάνεται από δημητριακά (σκληρό σιτάρι, κριθάρι, βρόμη, αραβόσιτος, μαλακό σιτάρι και σίκαλη), χορτοδοτικά φυτά (από τα οποία παράγονται ζωοτροφές) και ελαιόδεντρα. Αντίθετα, ελάχιστοι είναι εκείνοι που επιλέγουν «δύσκολες» καλλιέργειες, όπως τα φρούτα και τα λαχανικά. Το πρόβλημα γίνεται πιο εμφανές το καλοκαίρι, όταν στα καταστήματα βιολογικών προϊόντων και στα σούπερ μάρκετ τα φρούτα και τα λαχανικά είναι κυρίως εισαγωγής. «Αν καταφέρετε να βρείτε καρότα και κολοκυθάκια ελληνικά, να έρθετε να μου πείτε πού!» δηλώνει χαρακτηριστικά στο ΟΙΚΟ ιδιοκτήτρια καταστήματος βιολογικών προϊόντων.

Ελλειψη δικτύων διανομής

Προφανώς, δεν «φταίνε» μόνο οι επιδοτήσεις. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει ένα εγγενές πρόβλημα, λόγω του μικρού, κατακερματισμένου κλήρου. Ακόμη και οι παραγωγοί, με γνώσεις και μεράκι, που επιθυμούν να εμπορευτούν ως βιολογικά τα προϊόντα τους, αδυνατούν να τα διοχετεύσουν στην αγορά, διότι η παραγωγή τους είναι μικρή, συνήθως απομακρυσμένη, και δεν συμφέρει η μεταφορά της στα μεγάλα αστικά κέντρα. Ετσι, πολλοί τα εμπορεύονται ως συμβατικά για να μην τους μείνουν αδιάθετα. Επίσης, η αδυναμία συνεργασίας μεταξύ των παραγωγών για τη δημιουργία συνεταιρισμών που θα αναλάμβαναν τη διοχέτευση των προϊόντων στην αγορά, αποτελεί πρόσκομμα στην ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας. Οπως καταγγέλλουν οι συνειδητοποιημένοι βιοκαλλιεργητές, η έλλειψη δικτύων διανομής των προϊόντων αποτελεί το υπ' αριθμόν ένα εμπόδιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τους είκοσι παραγωγούς βιολογικού ρυζιού, μόνο οι τρεις καταφέρνουν να το εμπορεύονται ως βιολογικό.

Μια άλλη παράμετρο θέτει μιλώντας στο ΟΙΚΟ ο γενικός διευθυντής της εταιρείας διανομής βιολογικών προϊόντων ΣΕΒΙΣΕ κ. Κώστας Παύλου: «Τα ελληνικά προϊόντα θα έπρεπε να κυριεύουν την αγορά, όμως αυτό δεν συμβαίνει, κυρίως λόγω της έλλειψης δικτύων διανομής. Τα σούπερ μάρκετ, όμως, δεν διευκολύνουν την κατάσταση. Αντιμετωπίζουν τα βιολογικά προϊόντα όπως τα συμβατικά. Περιμένουν, για παράδειγμα, από τα βιολογικά μήλα να έχουν τις ίδιες προδιαγραφές με τα συμβατικά, ίδιο μέγεθος, στιλπνότητα κ.λπ. Αν και τα βιολογικά δεν χαρακτηρίζονται από την ομοιομορφία τους, τα σούπερ μάρκετ την απαιτούν από τους παραγωγούς, γεγονός που ανεβάζει ακόμη περισσότερο το κόστος. Γι' αυτό, τελικά, εισάγουν. Ωστόσο, ο Ελληνας παραγωγός που τόλμησε να μπει στη βιολογική «περιπέτεια» συμβάλλει στην προστασία του περιβάλλοντος και στην ανάπτυξη των ποιοτικών προϊόντων. Θα πρέπει να βοηθηθεί και όχι να πολεμάται».

Πλασματικοί οι αριθμοί

Το αποτέλεσμα όμως είναι το ίδιο - και το «παραδέχονται» μιλώντας στο ΟΙΚΟ και οι αρμόδιοι της Διεύθυνσης Βιολογικής Γεωργίας του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων: οι αριθμοί που πιστοποιούν την ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας στη χώρα είναι πλασματικοί. «Υπάρχει, πράγματι, μεγάλος αριθμός παραγωγών που μπαίνουν στο πρόγραμμα αποκλειστικά και μόνο για την επιδότηση», αναφέρει στέλεχος του υπουργείου. «Τα βασικά κίνητρα όσων εντάσσονται στο πρόγραμμα είναι η οικονομική ενίσχυση που λαμβάνουν και η ποιοτική αναβάθμιση των προϊόντων τους, με στόχο να πετύχουν καλύτερες τιμές και ευκολότερη διάθεση στην αγορά. Στην πράξη όμως, λόγω του μικρού κλήρου, της μεγάλης διασποράς των βιοκαλλιεργητών, της αδυναμίας του «συνεργάζεσθαι» και της έλλειψης των κατάλληλων δικτύων διανομής, μεγάλο μέρος των βιοκαλλιεργητών, μόλις περάσει ο υποχρεωτικός χρόνος παραμονής στο πρόγραμμα επιδότησης της βιολογικής γεωργίας (υπογράφεται πενταετής σύμβαση), εφόσον δεν έχουν βρει διεξόδους για την προώθηση των προϊόντων τους, αποχωρούν από τη βιολογική γεωργία».

ΡΑΦΙΑ ΓΕΜΑΤΑ ΕΙΣΑΓΟΜΕΝΑ

Το ΟΙΚΟ βγήκε στην αγορά, για να δει από πρώτο χέρι την πραγματικότητα που βιώνουν οι καταναλωτές. Μια βόλτα σε εξειδικευμένα καταστήματα αλλά και στις βιολογικές γωνιές των μεγάλων σούπερ μάρκετ ήταν αρκετή για να επιβεβαιώσει πως η συντριπτική πλειονότητα των προϊόντων που διατίθενται είναι εισαγωγής. Μολονότι, ανάλογα με την περίοδο, οι ελλείψεις είναι διαφορετικές, κατά κανόνα τα ελληνικά είδη που λάμπουν διά της απουσίας τους από τα ράφια είναι τα όσπρια, οι πατάτες, τα καρότα, τα μήλα, τα αχλάδια, τα κρεμμύδια, τα σκόρδα, το ρύζι, τα λεμόνια, τα πορτοκάλια, τα κολοκύθια και πολλά άλλα κηπευτικά.

Τεράστιες είναι οι ελλείψεις επίσης στα γαλακτοκομικά, αφού το 80-90% του γάλακτος έρχεται απ' έξω, ενώ περίπου το ίδιο είναι και το ποσοστό των εισαγόμενων γιαουρτιών. Το 80% των χυμών στα ελληνικά ράφια είναι ξένοι, παρότι στο παρελθόν υπήρχε παραγωγή από την Κρήτη. Το 80% των ντοματοπολτών έρχεται επίσης από το εξωτερικό, ενώ ελάχιστο είναι το ποσοστό των ελληνικών οσπρίων, πρόβλημα που υπάρχει και στα συμβατικά. Λείπουν επίσης ελληνικά μέλια, σοκολάτες, μούσλι και πρωινά, γλυκά, μπισκότα και αρτοσκευάσματα. Ευτυχώς, τουλάχιστον προς το παρόν, στα βιολογικά καταστήματα κυριαρχούν απόλυτα το ελληνικό λάδι και οι ελιές. Για να καλύψουν το εμφανές κενό στα υπόλοιπα, πολλά καταστήματα βιολογικών προϊόντων γεμίζουν τις προθήκες τους με παραδοσιακά προϊόντα, εγχώρια μεν, αλλά όχι βιολογικά.

Η πρόταση του ΟΙΚΟ

Με δεδομένο ότι το ζητούμενο είναι η ενίσχυση των βιοκαλλιεργητών και η ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας στη χώρα μας, απαιτείται η άμεση λήψη πέντε συγκεκριμένων μέτρων.

1 Σύνδεση της επιδότησης με το προϊόν. Στόχος είναι ο αποκλεισμός των αγροτών που μπαίνουν στη βιολογική γεωργία μόνο για την επιδότηση. Με απλά λόγια, για να επιδοτηθεί κάποιος, θα πρέπει να προσκομίζει παραστατικά ότι τουλάχιστον μέρος της παραγωγής του διατέθηκε ως βιολογική.
2 Διευκόλυνση στη δημιουργία τοπικών αγορών βιοκαλλιεργητών, ώστε οι μικροί παραγωγοί που δεν μπορούν να φτάσουν τα δίκτυα διανομής να διαθέτουν τα προϊόντα τους στις τοπικές κοινωνίες.
3 Εισαγωγή των βιολογικών προϊόντων, με τη στήριξη της πολιτείας, σε νοσοκομεία, σχολεία, οίκους ευγηρίας, κ.α.
4 Ενταξη των βιολογικών προϊόντων στα μενού των μεγάλων τουριστικών μονάδων, έτσι ώστε οι ξένοι επισκέπτες να τα γνωρίσουν και να τα αναζητήσουν όταν επιστρέψουν στη χώρα τους.
5 Ουσιαστικότερη υποστήριξη από την πολιτεία στις διεθνείς εκθέσεις του εξωτερικού των ελληνικών βιολογικών προϊόντων. διαβάστε ολόκληρο το κείμενο εδώ...

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010

Κοινωνικό Φόρουμ στη Μαδρίτη σχετικά με αλληλέγγυα οικονομία και γεωργία: δίκτυα παραγωγών-καταναλωτών

Οι εμπειρίες ενός φίλου που παρακολούθησε το Κοινωνικό Φόρουμ στη Μαδρίτη σχετικά με αλληλέγγυα οικονομία και γεωργία

Το Σεμινάριο για τα δίκτυα παραγωγών-καταναλωτών κράτησε συνολικά γύρω στις 6 ώρες και είχε γύρω στα 80-100 άτομα. Ο στόχος του ήταν να δημιουργηθεί ένας συντονισμός μεταξύ των ομάδων κατανάλωσης, μεταξύ των παραγωγών που εφοδιάζουν αυτές τις ομάδες και να διοργανωθούν δράσεις ενημέρωσης για τη δυνατότητα δημιουργίας ομάδων κατανάλωσης αγροτικών προϊόντων ως εναλλακτική στο βιομηχανικό μοντέλο αγροτικής παραγωγής.

Οι ομάδες κατανάλωσης είναι άτυπες ομάδες τουλάχιστον 10 "μονάδων κατανάλωσης" (που αποτελούνται συνήθως από δύο άτομα μέχρι μια οικογένεια), οι οποίες συγκροτούνται για να πραγματοποιούν παραγγελίες από έναν ή μία παραγωγό. Συνήθως υπάρχουν τρία μοντέλα:

α) Λαμβάνουν σε εβδομαδιαία ή 15θήμερη βάση ένα καλάθι με ό,τι βγάλει ο παραγωγός, χωρίς δυνατότητα επιλογής. Είναι συνήθως προϊόντα συνολικού βάρους 6-8 κιλών, τα οποία κοστίζουν 15 ευρώ. Κάνουν συνελεύσεις συνήθως μια φορά τον μήνα για πρακτικά κυρίως θέματα.

β) Παίρνουν πάλι με την ίδια συχνότητα πράγματα που έχουν όμως επιλέξει από πριν (άρα ο παραγωγός ετοιμάζει ξεχωριστά καλάθια για την κάθε μονάδα κατανάλωσης). Πάλι βρίσκονται περίπου μια φορά τον μήνα για πρακτικά θέματα.

γ) Στην τρίτη περίπτωση πραγματοποιούνται εβδομαδιαίες συνελεύσεις, παρουσία των παραγωγών, που είναι μέλη κι αυτά της συλλογικότητας και έχουν επιλεγεί ως τα άτομα που θα δουλεύουν για ένα διάστημα στο χωράφι. Στη συνέλευση συζητούνται όλα τα θέματα: από το τι θα καλλιεργηθεί μέχρι τον μισθό των παραγωγών. Είναι η περίπτωση του BAH (Κάτω από την Άσφαλτο υπάρχει το Χωράφι), της ομάδας που ξεκίνησε πριν από 7 χρόνια το εγχείρημα των ομάδων κατανάλωσης. Λειτουργούν πάνω από 6 ομάδες BAH, η καθεμία με το χωράφι και τον παραγωγό της, και τα δικά της χαρακτηριστικά.

Τα κοινά στοιχεία και των τριών μοντέλων είναι ότι προμηθεύονται από έναν μόνο παραγωγό (μπορεί ευκαιριακά να παίρνουν τυποποιημένα προϊόντα και από κάπου αλλού) και ότι αυτός ο παραγωγός ζει και δουλεύει σε κοντινή απόσταση, γι αυτό βέβαια μπορεί και μεταφέρει την παραγωγή του στις ομάδεςκατανάλωσης. Στο χθεσινό σεμινάριο, χωρίς να έχουν πλήρη εικόνα, ειπώθηκε ότι υπάρχουν αυτή τη στιγμή 60 περίπου ομάδες, μόνο στη Μαδρίτη. Και ότι σε όλες σχεδόν υπάρχουν λίστες αναμονής, για δύο κυρίως λόγους: επειδή οι παραγωγοί δεν μπορούν να τροφοδοτήσουν περισσότερα άτομα και, κυρίως, επειδή οι ομάδες κατανάλωσης δεν μπορούν να σηκώσουν μεγαλύτερο φόρτο δουλειάς.

Αυτή η μεγάλη ανάπτυξη των ομάδων κατανάλωσης, σε όλη τη χώρα, εξηγείται εν μέρει από την κατάσταση της γεωργίας και της παραγωγής τροφίμων στην Ισπανία: οι μικροί παραγωγοί είναι ελάχιστοι και η αγροτική παραγωγή είναι υπερ-βιομηχανοποιημένη και συγκεντρωμένη στα χέρια λίγων εταιρειών. Δεν υπάρχει η παράδοση των λαϊκών αγορών και η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων αγοράζει τα αγροτικά προϊόντα στο σούπερ μάρκετ. Αλλά ακόμα και στο μανάβικο της γειτονιάς να τα αγόραζε, αυτά είναι όλα ομοιόμορφα και συσκευασμένα σε πλαστικές συσκευασίες (για να διαλέξεις τα χύμα προϊόντα θα πρέπει να φορέσεις πλαστικό γάντι, μην τυχόν και περάσεις στην πατάτα τα μικρόβιά σου), και προέρχονται από τις ίδιες εταιρείες. Επίσης η Ισπανία είναι η ευρωπαϊκή χώρα με τη μεγαλύτερη παραγωγή μεταλλαγμένων προϊόντων και στα χωράφια της γίνεται το 44% των πειραμάτων, όχι σε εργαστήρια, αλλά στο χωράφι. διαβάστε ολόκληρο το κείμενο εδώ...

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

Ανάγκη για ίδρυση Λαικής Αγοράς Βιολογικών Προιόντων στη Λαμία.
Το παράδειγμα της Πάτρας

Να στηρίξουμε όλοι τη λειτουργία της πρώτης λαϊκής αγοράς βιολογικών προϊόντων

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΙΠΑ


Η Οικολογική κίνηση Πάτρας χαιρετίζει με ιδιαίτερη ικανοποίηση την απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας να υιοθετήσει το αίτημα βιοκαλλιεργητών και περιβαλλοντικών οργανώσεων της περιοχής για τη δοκιμαστική λειτουργία λαϊκής αγοράς βιολογικών προϊόντων στην Πάτρα.

Την απόφαση της Νομαρχίας ανακοίνωσε ο Αντινομάρχης κ. Αθανάσιος Πετρόπουλος κατά τη διάρκεια πρόσφατης ημερίδας (20-1-10) που πραγματοποιήθηκε στο πανεπιστήμιο, με διοργανωτές τις Ενώσεις Βιοκαλλιεργητών Αχαΐας και Ηλείας, την ΟΙΚΙΠΑ και τον Όμιλο Φίλων Βουνού και Θάλασσας και στην οποία πήραν μέρος βιοκαλλιεργητές απ’ όλη τη Δυτική Ελλάδα. Θετικά εκφράστηκε και ο Δήμος της Πάτρας μέσω του εκπροσώπου του κ. Χρήστου Μπακαλάρου που παραβρέθηκε στην ημερίδα.

Τα σημερινά αδιέξοδα της συμβατικής γεωργίας αλλά και τα γενικότερα περιβαλλοντικά και όχι μόνο προβλήματα από τη χρήση βιοκτόνων και λιπασμάτων καθιστούν τις βιοκαλλιέργειες μονόδρομο στην προσπάθεια για την προστασία του περιβάλλοντος και την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής όλων μας.

Θεωρούμε επιβεβλημένη όχι μόνο την ενθάρρυνση της προσπάθειας αλλά και την ουσιαστική της στήριξη τόσο από τους ασχολούμενους βιοκαλλιεργητές, όσο και από τους καταναλωτές της πόλης μας για να εδραιωθεί και να αναπτυχθεί προσφέροντας υγιεινά προϊόντα. Οι όποιες δυσκολίες παρουσιαστούν στο ξεκίνημα, δεν πρέπει να αποτελέσουν ανασταλτικό παράγοντα στη λειτουργία της. Ήδη σε πάνω από 20 πόλεις της χώρας μας λειτουργούν με επιτυχία παρόμοιες λαϊκές αγορές.

Ο Δήμος της Πάτρας και η Νομαρχία Αχαΐας οφείλουν να μην σταθούν στα γραφειοκρατικά εμπόδια του σχετικού Προεδρικού Διατάγματος για την ίδρυσή τους και να στηρίξουν ενεργά δυναμικά και έμπρακτα την πρωτοβουλία των παραγωγών και των περιβαλλοντικών οργανώσεων ώστε να λειτουργήσει και στην πόλη μας η πρώτη λαϊκή αγορά βιολογικών προϊόντων σε σύντομο διάστημα.

26-1-2010 διαβάστε ολόκληρο το κείμενο εδώ...

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2010

Τοξικό το μεταλλαγμένο καλαμπόκι
Πειράματα σε τρωκτικά έδειξαν ότι
η κατανάλωσή του οδηγεί σε βλάβες σε ήπαρ και νεφρούς

Η Μonsanto, ο «γίγαντας» των γενετικώς τροποποιημένων καλλιεργειών, αναγκάστηκε για πρώτη φορά να δημοσιεύσει τα αρχικά δεδομένα τοξικολογικών μελετών που διεξήγαγε σχετικά με τρεις ποικιλίες μεταλλαγμένου καλαμποκιού της. Ανεξάρτητη ανάλυση των στοιχείων αυτών έδειξε ότι η κατανάλωση του μεταλλαγμένου αραβοσίτου μπορεί να οδηγήσει σε βλάβες στο ήπαρ και στους νεφρούς τρωκτικών. Ωστόσο τα αποτελέσματα της ανάλυσης χαρακτηρίστηκαν αβάσιμα από αρμοδίους του Συμβουλίου Βιοτεχνολογίας της Γαλλίας.

Εχοντας τη στήριξη της οργάνωσης Greenpeace και του σουηδικού υπουργείου Γεωργίας, εκπρόσωποι της Επιτροπής Ερευνας και Πληροφόρησης για τη Γενετική Μηχανική, ενός λόμπι ενάντια στα μεταλλαγμένα τρόφιμα, ανάγκασαν τη Μοnsanto να δημοσιεύσει στοιχεία από μελέτες της που αφορούσαν την κατανάλωση από αρουραίους τριών ποικιλιών μεταλλαγμένου καλαμποκιού της επί τρεις μήνες.

Δύο από τις ποικιλίες, οι ΜΟΝ 810 και ΜΟΝ 863, περιέχουν γονίδια για τη βακτηριακή πρωτεΐνη Βt, η οποία προστατεύει από την κάμπια του καλαμποκιού, ενώ η τρίτη ποικιλία (ΝΚ 603) είναι ανθεκτική στο ζιζανιοκτόνο glyphosate. Σημειωτέον ότι οι ποικιλίες αυτές καλλιεργούνται ευρέως στις ΗΠΑ, αλλά μόνο η ΜΟΝ 810 καλλιεργείται στην Ευρώπη και κυρίως στην Ισπανία.

Επανανάλυση αυτών των δεδομένων που έγινε από τον Ζυλ-Ερίκ Σεραλινί του Πανεπιστημίου της Καέν στη Γαλλία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα πειραματόζωα εμφάνισαν στατιστικώς σημαντικές ενδείξεις τοξικότητας στο ήπαρ και στους νεφρούς (η δημοσίευση έγινε στο επιστημονικό έντυπο «Ιnternational Journal of Βiological Sciences»).

Ο ερευνητής και οι συνεργάτες του ανακάλυψαν εμφάνιση ασυνήθιστων συγκεντρώσεων ορμονών και άλλων ουσιών στο αίμα και στα ούρα των αρουραίων που κατανάλωσαν και τις τρεις ποικιλίες καλαμποκιού, γεγονός που μαρτυρεί πρόκληση προβλημάτων τόσο στη νεφρική όσο και στην ηπατική λειτουργία. Στο τέλος των πειραμάτων μάλιστα θηλυκά πειραματόζωα που κατανάλωσαν το ΜΟΝ 863 παρουσίασαν αυξημένα επίπεδα σακχάρου στο αίμα αλλά και τριγλυκεριδίων (προάγγελοι διαβήτη). Παράλληλα υπήρχαν περαιτέρω ενδείξεις σχετικά με σημάδια βλαβών στους νεφρούς των ζώων που κατανάλωσαν την ποικιλία ΝΚ 603. «Αυτό που δείξαμε δεν αποτελεί απόδειξη τοξικότητας, αλλά ένδειξη τοξικότητας. Είμαι βέβαιος ότι δεν προκαλείται οξεία τοξικότητα, αλλά ποιος μπορεί να γνωρίζει τη χρόνια επίδραση;» σχολίασε ο Σεραλίνι και ζήτησε πιο μακροχρόνιες έρευνες σχετικά με το ζήτημα.

Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η Μonsanto αντέκρουσε τα ευρήματα, τονίζοντας ότι δεν αποδεικνύουν κίνδυνο για τους καταναλωτές. Στις ίδιες γραμμές κινήθηκε και η ανακοίνωση του Συμβουλίου Βιοτεχνολογίας της Γαλλίας, σύμφωνα με την οποία η μελέτη δεν παρέχει νέα στοιχεία που να μαρτυρούν τοξικότητα. διαβάστε ολόκληρο το κείμενο εδώ...

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010

Βιώσιμη γεωργία, στήριξη της υπαίθρου ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΙΝΗΜΑ ΑΛΛΑΓΗΣ ΤΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ
http://www.ecogreens.gr
ecogreen@otenet.gr

Οι κινητοποιήσεις των αγροτών, που επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο με σημαντικό κόστος για την κοινωνία, αναδεικνύουν για άλλη μια φορά την αποτυχία της ελληνικής αγροτικής πολιτικής και την έλλειψη στρατηγικού προσανατολισμού της πρωτογενούς παραγωγής. Είναι σαφές ότι οι αγρότες βρίσκονται σε οικονομικό αδιέξοδο, αλλά και οι καταναλωτές πληρώνουν υψηλές τιμές αγοράς χωρίς να εξασφαλίζουν και ποιότητα.

Την κρίση προσανατολισμού συμπληρώνει όμως η ανικανότητα και η διαφθορά κυβερνήσεων και φορέων. Στο τέλος του 2009, η χώρα κατάφερε να δώσει μόνο το 50-60% των ενισχύσεων που δικαιούνται οι αγρότες, παρακρατώντας χρήματα που τους ανήκουν και που έχουν λάβει όλοι οι άλλοι ευρωπαίοι αγρότες, επειδή δεν έχει ολοκληρωθεί 18 χρόνια τώρα το Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης και Ελέγχου. Προγράμματα του Γ' ΚΠΣ κι ενισχύσεις, ιδιαίτερα για τη βιολογική γεωργία δεν έχουν ακόμη αποπληρωθεί.

Είναι σαφές ότι οι αγρότες βρίσκονται σε οικονομικό αδιέξοδο. Με τα επίσημα στοιχεία το 2000-2008 το αγροτικό εισόδημα στη χώρα μας σημείωσε μείωση 19,9%. έναντι αύξησης 15,9% στην Ε.Ε. Έξι χρόνια από το ξεκίνημά της, η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) δεν έχει εφαρμοστεί στις θετικές της πλευρές για την Αγροτική Ανάπτυξη, με αποτέλεσμα οι αγρότες να έχουν χάσει τη σταθερότητα και τις τιμές του προηγούμενου καθεστώτος χωρίς να βλέπουν ούτε τα οφέλη από τη νέα λογική της. Είναι λάθος να αντιμετωπίζονται τα προβλήματα της αγροτικής παραγωγής στη λογική “βλέποντας και κάνοντας”, αντί να επιδιώκεται η σχεδιασμένη στήριξη του αγροτικού τομέα με πολιτικές, ουσιαστικές αλλαγές και πόρους που θα στοχεύουν στην μακροχρόνια βιωσιμότητά του και θα στηρίζουν ολοκληρωμένα τον πληθυσμό της υπαίθρου.

Η κατάρρευση του αγροτικού τομέα και η απώλεια εισοδήματος για τους αγρότες αναδεικνύουν όχι μόνο τις διαρθρωτικές αδυναμίες, την κυριαρχία πελατειακών σχέσεων - διαφθοράς σε βάρος των πολλών αγροτών, την αποσάρθρωση των διοικητικών δομών της χώρας αλλά και τις ευθύνες των κυβερνήσεων, των κατεστημένων κομμάτων και των εκπροσώπων τους στον αγροτικό χώρο. Οι μακρόχρονες καθυστερήσεις, η αδιαφάνεια, η κατασπατάληση πόρων σημαντικό μέρος των οποίων κατέληγαν σε νεοπλουτίστικη επίδειξη και κατανάλωση αλλά και η απώλεια σημαντικών κοινοτικών πόρων έμειναν χωρίς καμία επίπτωση για τους υπεύθυνους.

Οι Οικολόγοι Πράσινοι ζητάμε μια νέα κατεύθυνση της γεωργίας. Η βαθιά κρίση θα πρέπει να αποτελέσει ευκαιρία για σημαντικές αλλαγές στην πολιτική για τον αγροτικό τομέα και την ύπαιθρο συνολικότερα, με διαφοροποίηση των σημερινών οργανωτικών, κοινωνικών και διοικητικών παραγόντων, της εκπαίδευσης και υποστήριξης των αγροτών.

Με δεδομένο ότι η γεωργία στη χώρας μας δεν μπορεί λόγω των περιορισμένων πεδιάδων και των μικρών εκμεταλλεύσεων να παράγει αγροτικά προϊόντα σε μαζική κλίμακα και χαμηλή τιμή, θα πρέπει να στραφεί στη μικρή, εξειδικευμένη και υψηλής ποιότητας παραγωγή με βασική της κατεύθυνση τη βιολογική γεωργία. Αυτό απαιτεί σαφή πολιτικό σχεδιασμό και κατάλληλη υποστήριξη από τις κρατικές αρχές, αλλά και σχεδιασμένη προσπάθεια από τους ίδιους τους αγρότες και ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής (τυποποίηση, εμπορία, διαφήμιση, διανομή).

Παράλληλα, πρέπει να δοθούν κίνητρα για διασύνδεση της αγροτικής οικονομίας με την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος (αγροπεριβαλλοντικά σχέδια, προστασία και διαχείριση περιοχών NATURA, προστασία βιοποικιλότητας) καθώς και με άλλες παραγωγικές δραστηριότητες όπως η αγροτική μεταποίηση, ο αγρο- και οικο- τουρισμός, για παραγωγή πράσινης ενέργειας από γεωργικά υπολείμματα και αξιοποίηση των ΑΠΕ για συμπληρωματικά εισοδήματα ή/και μείωση του κόστους για τους αγρότες καθώς και τη δημιουργία δικτύων παραγωγών-καταναλωτών.

Οι Οικολόγοι Πράσινοι ζητάμε, λοιπόν, μια νέα κατεύθυνση της γεωργίας:

• Aμεση εξόφληση του συνόλου της ενιαίας ενίσχυσης για όλους τους δικαιούχους και απόδοση ευθυνών σε όσους δεν ολοκλήρωσαν έγκαιρα το "αγροτικό κτηματολόγιο" και το Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης και Ελέγχου.

• Αξιοποίηση των ευρωπαϊκών ρυθμίσεων που επιτρέπουν περιορισμένες εθνικές ενισχύσεις

• Σύνδεση των ενισχύσεων σε αγροτικές εκμεταλλεύσεις με όρους και υποχρεώσεις για τήρηση συγκεκριμένων περιβαλλοντικών και ποιοτικών προδιαγραφών στην παραγωγή.

• Aμεση χορήγηση του “ποιοτικού παρακρατήματος” με προτεραιότητα στις εκμεταλλεύσεις της βιολογικής γεωργίας και της ολοκληρωμένης διαχείρισης

• Ενίσχυση, με ολοκληρωμένο σχέδιο και εργαλεία, της βιολογικής γεωργίας, των τοπικών μικρών οικοτεχνιών, των αγροτουριστικών μονάδων και των τοπικών παραγωγικών πόρων. Δημιουργία ζωνών υποχρεωτικά βιολογικής καλλιέργειας γύρω από ποτάμια, λίμνες, και γενικά οικολογικά ευαίσθητες περιοχές και οικισμούς.

• Κίνητρα για διασύνδεση της αγροτικής οικονομίας με την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος (αγροπεριβαλλοντικά σχέδια, προστασία και διαχείριση περιοχών NATURA, προστασία βιοποικιλότητας) καθώς και με δραστηριότητες όπως αγροτική μεταποίηση, αγρο- και οικο- τουρισμός, πράσινη ενέργειας από γεωργικά υπολείμματα, αξιοποίηση των ΑΠΕ για συμπληρωματικά εισοδήματα ή μείωση των εξόδων αγροτικής παραγωγής.

• Δημιουργία ανεξάρτητων δικτύων παραγωγής-διανομής- κατανάλωσης αξιοποιώντας, την υπάρχουσα σημαντική εμπειρία σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δίκτυα παραγωγών-καταναλωτών για απευθείας διακίνηση, χωρίς μεσάζοντες.

• Υποχρεωτική αναγραφή της προέλευσης των αγροτικών προϊόντων και θέσπιση φερέγγυων μηχανισμών επαλήθευσης. Στόχος είναι περισσότερη διαφάνεια για τους καταναλωτές και δυνατότητα επιλογής τοπικών προϊόντων που δεν έχουν διανύσει εκατοντάδες χιλιόμετρα για να φτάσουν στον τόπο κατανάλωσης. Για αυτό το λόγο στηρίζουμε και την προσπάθεια για αντίστοιχη αλλαγή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.

• Να γίνουν οι σημερινές Λαϊκές αγορές αποκλειστικά αγροτών-παραγωγών.

• Διαφάνεια και δικαιοσύνη στις επιδοτήσεις.

• Αμεση καταβολή των οφειλομένων στους αγρότες για υλοποιημένα ευρωπαϊκά προγράμματα (Σχέδια βελτίωσης, νέοι αγρότες, Leader κλπ)

• Εισαγωγή των προϊόντων βιολογικής γεωργίας στα νοσοκομεία, παιδικούς σταθμούς και σχολεία στο πλαίσιο μιας πολιτικής "πράσινων δημόσιων προμηθειών".

• Να εξετασθούν από την Επιτροπή Ανταγωνισμού οι συνθήκες εμπορίας όλων των αγροτικών προϊόντων με διαφάνεια και δημοσιοποίηση όλων των υποθέσεων

• Να υποστηριχτεί από ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις η συγκρότηση ενός ανεξάρτητου αγροτικού κινήματος.

• Αναθεώρηση του προγράμματος «Αλέξανδρος Μπαλτατζής» με σημαντική αναδιανομή πόρων προς βιολογική γεωργία-κτηνοτροφία, αγροπεριβαλλοντικά μέτρα, ποιοτική γεωργία.

• Ειδική ενίσχυση για τις οικογένειες που μένουν σε χωριά μικρού πληθυσμού.

Η Εκτελεστική Γραμματεία των Οικολόγων Πράσινων

Για περισσότερες πληροφορίες:
Σπύρος Σγούρος 6936904300
Γιάννης Παρασκευόπουλος 6979952070


Αναλυτικά οι θέσεις των Οικολόγων Πράσινων:

21-1-2010

Βιώσιμη γεωργία, στήριξη της υπαίθρου
ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΙΝΗΜΑ ΑΛΛΑΓΗΣ ΤΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ



Οι κινητοποιήσεις των αγροτών, που επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο με σημαντικό κόστος για την κοινωνία, είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου. Η βαθύτερη αιτία βρίσκεται στην έλλειψη στρατηγικού προσανατολισμού της ελληνικής πρωτογενούς παραγωγής. Ο αγρότης και το προϊόν του είναι αφημένοι στη μοίρα τους και στο έλεος των καρτέλ.

Είναι σαφές ότι οι αγρότες βρίσκονται σε οικονομικό αδιέξοδο αλλά και οι καταναλωτές πληρώνουν υψηλές τιμές αγοράς χωρίς να εξασφαλίζουν και ποιότητα.

Έξι χρόνια από το ξεκίνημά της, η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) δεν έχει εφαρμοστεί στις θετικές της πλευρές για τις χρηματοδοτήσεις Αγροτικής Ανάπτυξης, με αποτέλεσμα οι αγρότες να έχουν χάσει τη σταθερότητα και τις τιμές του προηγούμενου καθεστώτος χωρίς να βλέπουν ούτε τα οφέλη από τη νέα λογική της. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, την περίοδο 2000-2008 το αγροτικό εισόδημα στη χώρα μας σημείωσε μείωση κατά –19,9%, ενώ την ίδια περίοδο στην Ευρωπαϊκή Ένωση σημείωσε άνοδο κατά +15,9%. Μια τεράστια απόκλιση, μια διαφορά κατεύθυνσης για την οποία δεν δίνουν καμία απάντηση οι πολιτικές δυνάμεις που ασκούν εξ συστήματος αντιευρωπαϊκή πολιτική.

Την ευθύνη για τη συρρίκνωση του αγροτικού εισοδήματος και την αποδιάρθρωση της υπαίθρου έχουν και η κυβέρνηση, τα κατεστημένα, αλλά και οι εκπρόσωποι τους στον αγροτικό χώρο (επίσημοι και ανεπίσημοι) καθώς είναι δύσκολο να κάνουν σχεδιασμό αγροτικής πολιτικής αλλά εύκολο να μοιράζουν υποσχέσεις, επιδοτήσεις ή κοινωνικά επιδόματα. Έντονα είναι διαχρονικά και τα φαινόμενα διαφθοράς σε σχέση με τη διαχείριση των πόρων της αγροτικής πολιτικής, που γίνονται ανεκτά για κομματικούς και πελατειακούς λόγους, παρά το γεγονός ότι κοστίζουν ακριβά στη χώρα και είναι σε βάρος των πολλών αγροτών.

Σημαντική ευθύνη έχει και το ελληνικό κράτος στο σύνολο του για την ανικανότητα εκπόνησης του Ολοκληρωμένου Συστήματος Διαχείρισης και Ελέχου (ΟΣΔΕ) . Έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να συντηρήσουν την πελατειακή εξάρτηση των αγροτών, καλλιεργώντας την υποβάθμιση της αγροτικής παραγωγής και ωθώντας ένα βασικό πυλώνα της οικονομίας σε διαρκή παρακμή και τους αγρότες σε απόγνωση. Δεν υπάρχουν άραγε ευθύνες για όσους δεν κατάφεραν να παραδώσουν, μετά από 18 ολόκληρα χρόνια, το σύστημα αναγνώρισης των αγροτεμαχίων με αποτέλεσμα στο τέλος του 2009, η χώρα να καταφέρει να δώσει μόνο ένα ποσοστό (50-60%) των ενισχύσεων που δικαιούνται οι αγρότες, παρακρατώντας δηλ. χρήματα που τους ανήκουν και έχουν λάβει όλοι άλλοι Ευρωπαίοι αγρότες;

Οι μακρόχρονες αυτές καθυστερήσεις, η αδιαφάνεια, η κατασπατάληση πόρων σημαντικό μέρος των οποίων κατέληγαν σε νεοπλουτίστικη επίδειξη και κατανάλωση, αλλά και η απώλεια σημαντικών κοινοτικών πόρων έμεναν χωρίς καμία επίπτωση για τους υπεύθυνους.

Οξύ είναι, ακόμη, το πρόβλημα πολλών αγροτών, όπως καταγγέλλει το ΓΕΩΤΕΕ, που έχοντας υλοποιήσει ευρωπαϊκά προγράμματα στο πλαίσιο του Γ ΚΠΣ, δεν τους έχουν καταβληθεί τα οφειλόμενα μ' αποτέλεσμα να βρίσκονται σε αδιέξοδο. Το ποιοτικό παρακράτημα δεν έχει ακόμα αποδοθεί, ενώ κατά προφανή αντίθεση με την ευρωπαϊκή λογική αυτού του μέτρου, δεν περιλαμβάνονται σε αυτό τα προϊόντα βιολογικής γεωργίας και της ολοκληρωμένης διαχείρισης, με αποτέλεσμα οι κυβερνητικές αναφορές για ποιοτική γεωργία να μένουν κενές περιεχομένου.
Χρειάζεται όμως επιπλέον να συνειδητοποιήσουμε ότι η σημαντική κρίση που έχει εγκλωβίσει την ελληνική γεωργία και την απειλεί με κατάρρευση, οφείλεται στην αδυναμία της ελληνικής αγροτικής παραγωγής να ανταγωνιστεί στην εγχώρια και τη διεθνή αγορά τα ομοειδή αγροτικά προϊόντα, σε τιμές και ποιότητα που οφείλεται τόσο σε αντικειμενικούς όσο και σε οργανωτικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς παράγοντες.

Οι αντικειμενικοί παράγοντες συνδέονται με τη διαμόρφωση των εδαφών και το μέγεθος των εκμεταλλεύσεων, που δεν επιτρέπουν στην ελληνική γεωργία να παράγει αγροτικά προϊόντα σε μαζική κλίμακα και χαμηλή τιμή και, συνεπώς, διεθνώς ανταγωνιστικά. Θα έπρεπε, συνεπώς, με σαφή πολιτικό σχεδιασμό να υποστηριχθεί η στροφή της γεωργίας στη μικρή, εξειδικευμένη και υψηλής ποιότητας παραγωγή, με βασική κατεύθυνση τη βιολογική γεωργία. Μια τέτοια κατεύθυνση, όμως, απαιτεί σχεδιασμένη προσπάθεια τόσο από τις κρατικές αρχές, όσο και τους ίδιους τους αγρότες αλλά και από ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής (δηλ. τυποποίηση, εμπορία, διαφήμιση, διανομή).

Κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, όμως, το γεγονός, ότι η λέξη βιολογική γεωργία, αποτελεί μέχρι σήμερα άγνωστη λέξη για την νέα Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Από το 2004 η ΕΕ κάλεσε τα κράτη μέλη να εκπονήσουν Εθνικά Σχέδια για τη βιολογική γεωργία. Μέχρι σήμερα όχι δεν έχουν ξεκινήσει στη χώρα μας οι σχετικές συζητήσεις αλλά ούτε φαίνεται στον πολιτικό ορίζοντα ότι υπάρχει κάποιο τέτοιο ενδεχόμενο.

Η κρίση της ελληνικής γεωργίας συνδυάζεται άμεσα και με οργανωτικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς παράγοντες, όπως είναι π.χ. η πλημμελής εκπαίδευση και κατάρτιση των αγροτών. Η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται από την ανεπαρκή συμβουλευτική υποστήριξη των αγροτών τόσο από τις συλλογικές οργανώσεις τους όσο και από τις κρατικές αρχές, η οποία θα καθοδηγούσε τις ανοργάνωτες και ασυντόνιστες προσπάθειες των αγροτών να παράγουν με χαμηλότερο κόστος υψηλότερης ποιότητας προϊόντα.

Ταυτόχρονα, η πολιτική προσέλκυσης νέων και δυναμικών αγροτών, που θα άλλαζε τη φυσιογνωμία της ελληνικής γεωργίας, δεν προχωράει πέρα από προθέσεις και διακηρύξεις.

Η συνεταιριστική προσπάθεια οργάνωσης των αγροτών έμεινε μετέωρη και δεν μπόρεσε να παίξει τον ρόλο της στο επίπεδο κυρίως της εμπορίας των προϊόντων, με αποτέλεσμα ο πόλεμος των τιμών να έχει νικητές μόνο τους χονδρέμπορους, κι έτσι το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ των τιμών παραγωγού και της τιμής καταναλωτή να ξεπερνά συχνά και σήμερα το 100%. Τα «καρτέλ» της βιομηχανίας τροφίμων εφαρμόζουν σκληρή πολιτική ενάντια στα συμφέροντα τόσο των καταναλωτών, όσο και των παραγωγών.

Πλέον των παραπάνω δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το κυρίαρχο μοντέλο βιομηχανικής και εντατικής γεωργίας και κτηνοτροφίας δεν είναι βιώσιμο, ειδικά μάλιστα σήμερα στην εποχή της κλιματικής αλλαγής. Εξαντλεί φυσικούς πόρους, ρυπαίνει και επιβαρύνει το έδαφος, τον αέρα και το νερό, σπαταλά ενέργεια και υδάτινους πόρους, απειλεί τη βιοποικιλότητα, επιβαρύνει την υγεία των καταναλωτών, απαξιώνει τη μικρή παραγωγή και τις τοπικές κοινότητες, υπονομεύει την παραγωγική ικανότητα χωρών σαν τη δική μας.

Οι Οικολόγοι Πράσινοι ζητάμε, λοιπόν, μια νέα κατεύθυνση για την ελληνική γεωργία:

• Aμεση εξόφληση του συνόλου της ενιαίας ενίσχυσης για όλους τους δικαιούχους και απόδοση ευθυνών σε όσους δεν ολοκλήρωσαν έγκαιρα το "αγροτικό κτηματολόγιο" και το Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης και Ελέγχου.

• Αξιοποίηση των ευρωπαϊκών ρυθμίσεων που επιτρέπουν περιορισμένες εθνικές ενισχύσεις

• Σύνδεση των ενισχύσεων σε αγροτικές εκμεταλλεύσεις με όρους και υποχρεώσεις για τήρηση συγκεκριμένων περιβαλλοντικών και ποιοτικών προδιαγραφών στην παραγωγή.

• Αμεση χορήγηση του “ποιοτικού παρακρατήματος” με προτεραιότητα στις εκμεταλλεύσεις της βιολογικής γεωργίας και της ολοκληρωμένης διαχείρισης

• Ενίσχυση, με ολοκληρωμένο σχέδιο και εργαλεία, της βιολογικής γεωργίας, των τοπικών μικρών οικοτεχνιών, των αγροτουριστικών μονάδων και των τοπικών παραγωγικών πόρων. Δημιουργία ζωνών υποχρεωτικά βιολογικής καλλιέργειας γύρω από ποτάμια, λίμνες, και γενικά οικολογικά ευαίσθητες περιοχές και οικισμούς.

• Κίνητρα για διασύνδεση της αγροτικής οικονομίας με την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος (αγροπεριβαλλοντικά σχέδια, προστασία και διαχείριση περιοχών NATURA, προστασία βιοποικιλότητας) καθώς και με δραστηριότητες όπως αγροτική μεταποίηση, αγρο- και οικο- τουρισμός, πράσινη ενέργειας από γεωργικά υπολείμματα, αξιοποίηση των ΑΠΕ για συμπληρωματικά εισοδήματα ή μείωση των εξόδων αγροτικής παραγωγής.

• Δημιουργία ανεξάρτητων δικτύων παραγωγής-διανομής- κατανάλωσης αξιοποιώντας, την υπάρχουσα σημαντική εμπειρία σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δίκτυα παραγωγών-καταναλωτών για απευθείας διακίνηση, χωρίς μεσάζοντες.

• Υποχρεωτική αναγραφή της προέλευσης των αγροτικών προϊόντων και θέσπιση φερέγγυων μηχανισμών επαλήθευσης. Στόχος είναι περισσότερη διαφάνεια για τους καταναλωτές και δυνατότητα επιλογής τοπικών προϊόντων που δεν έχουν διανύσει εκατοντάδες χιλιόμετρα για να φτάσουν στον τόπο κατανάλωσης. Για αυτό το λόγο στηρίζουμε και την προσπάθεια για αντίστοιχη αλλαγή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.

• Να γίνουν οι σημερινές Λαϊκές αγορές αποκλειστικά αγροτών-παραγωγών.

• Διαφάνεια και δικαιοσύνη στις επιδοτήσεις.

• Αμεση καταβολή των οφειλομένων στους αγρότες για υλοποιημένα ευρωπαϊκά προγράμματα (Σχέδια βελτίωσης, νέοι αγρότες, Leader κλπ)

• Εισαγωγή των προϊόντων βιολογικής γεωργίας στα νοσοκομεία, παιδικούς σταθμούς και σχολεία στο πλαίσιο μιας πολιτικής "πράσινων δημόσιων προμηθειών".

• Να εξετασθούν από την Επιτροπή Ανταγωνισμού οι συνθήκες εμπορίας όλων των αγροτικών προϊόντων με διαφάνεια και δημοσιοποίηση όλων των υποθέσεων

• Να υποστηριχτεί από ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις η συγκρότηση ενός ανεξάρτητου αγροτικού κινήματος.

• Αναθεώρηση του προγράμματος «Αλέξανδρος Μπαλτατζής» με σημαντική αναδιανομή πόρων προς βιολογική γεωργία-κτηνοτροφία, αγροπεριβαλλοντικά μέτρα, ποιοτική γεωργία.

• Ειδική ενίσχυση για τις οικογένειες που μένουν σε χωριά μικρού πληθυσμού.

Αυτά που χρειάζεται η γεωργία μας σήμερα είναι στρατηγικό σχέδιο και εργαλεία για στροφή στην ποιότητα με αιχμή τη βιολογική γεωργία, σχεδιασμένες πολιτικές ανά προϊόν, βιώσιμες εκμεταλλεύσεις, δίκτυα παραγωγών-καταναλωτών και αντιμετώπιση των καρτέλ. διαβάστε ολόκληρο το κείμενο εδώ...

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

Ερώτηση του Μ. Τρεμόπουλου
για τοξικές ποικιλίες καλαμποκιού της Monsanto

ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ

13-01-2010

Ανυπολόγιστο ρίσκο από μεταλλαγμένα

Το θέμα των κινδύνων από τις καλλιέργειες μεταλλαγμένων φέρνουν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο οι Οικολόγοι Πράσινοι.

Με ερώτηση του Μιχάλη Τρεμόπουλου, τίθεται υπόψη της Κομισιόν πρόσφατη γαλλική μελέτη για τρεις ποικιλίες γενετικά τροποποιημένου καλαμποκιού της εταιρίας Monsanto και επισημαίνονται τα ανησυχητικά συμπεράσματα για τις συγκεκριμένες ποικιλίες. Από τις ποικιλίες αυτές, η MON 810 είχε εγκριθεί το 1998 από την Ε.Ε. ως ασφαλής και καλλιεργείται στην Ισπανία και αλλού, ενώ έχει απαγορευθεί σε 6 τουλάχιστον ευρωπαϊκές χώρες. Στη μελέτη τονίζεται ότι οι δοκιμές της εταιρίας για πιθανή τοξικότητα έχουν διαρκέσει μόλις 90 μέρες αντί του απαιτούμενου ελάχιστου ορίου της διετίας, και κατά συνέπεια οι ποικιλίες αυτές δε μπορούν να θεωρούνται ασφαλείς και θα έπρεπε να απαγορευθούν.

Ο ευρωβουλευτής των Οικολόγων Πράσινων ρωτά την Κομισιόν αν οι αρμόδιες υπηρεσίες έχουν αξιολογήσει τα συμπεράσματα της μελέτης και ζητά αναθεώρηση της ευρωπαϊκής διαδικασίας έγκρισης γενετικά τροποποιημένων οργανισμών και επέκταση της σήμανσης και στα προϊόντα από ζώα που έχουν καταναλώσει μεταλλαγμένες ζωοτροφές.

«Αποδεικνύεται για μια ακόμη φορά ότι τα μεταλλαγμένα αντιπροσωπεύουν ένα ανυπολόγιστο ρίσκο», δήλωσε ο Μιχάλης Τρεμόπουλος. «Συνεχίζοντας τον αγώνα για Ελλάδα και Ευρώπη ελεύθερες από μεταλλαγμένα, προσπαθούμε παράλληλα να κλείσουμε τα νομικά παραθυράκια που επιτρέπουν στις εταιρίες να μεταφέρουν τον κίνδυνο από τα προϊόντα τους στους αγρότες και τους καταναλωτές».

Για περισσότερες πληροφορίες: Γιώργος Μπλιώνης 6944 869772


(ακολουθεί το κείμενο της ερώτησης)


Θέμα: Ασφάλεια Γ.Τ. ποικιλιών καλαμποκιού της MONSANTO και κενά στη σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία και την εφαρμογή της

Πρόσφατη μελέτη Γαλλικών πανεπιστημίων και ερευνητών( ) παρέχει κρίσιμα στοιχεία για την τοξικότητα τριών γενετικά τροποποιημένων ποικιλιών καλαμποκιού της εταιρείας Monsanto (MON810, MON863 και NK603), οι οποίες είναι ήδη εγκεκριμένες για ανθρώπινη και ζωική κατανάλωση στην Ε.Ε.

Η MON810 είναι η μόνη από τις τρεις που καλλιεργείται σε ορισμένες Ευρωπαϊκές χώρες, ενώ χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία ήδη την έχουν απαγορεύσει. Στα συμπεράσματα της μελέτης περιλαμβάνεται και το ότι οι δοκιμές της Monsanto δεν είναι επαρκείς προκειμένου να κριθεί αν προκαλούνται χρόνιες ασθένειες, καθώς διαρκούν μόλις 90 ημέρες αντί για δύο τουλάχιστον χρόνια, και κατά συνέπεια, προτείνεται "αυστηρή απαγόρευση" της εισαγωγής και καλλιέργειας των εν λόγω Γ. Τ. ποικιλιών.

Έχοντας υπόψη και την ενδιάμεση έκθεση της ΓΔ Περιβάλλον για την αξιολόγηση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας σχετικά με την καλλιέργεια Γ.Τ. οργανισμών( ), η οποία δημοσιεύτηκε το Νοέμβρη του 2009,

Ερωτάται η Επιτροπή:

1. Έχει εξετάσει η αρμόδια ευρωπαϊκή υπηρεσία (EFSA) τη μελέτη αυτή και αν ναι, τι γνώμη έχει για τα συμπεράσματά της;

2. Θεωρεί ότι πρέπει να αναθεωρηθεί η ευρωπαϊκή διαδικασία έγκρισης για κατανάλωση Γ.Τ. οργανισμών και ιδιαίτερα οι απαιτήσεις δοκιμών για το αν προκαλούνται χρόνιες ασθένειες;

3. Συμφωνεί ότι πρέπει να υπάρξει ρύθμιση και για τη σήμανση στα ζωικά προϊόντα που προέρχονται από ζώα που έχουν καταναλώσει μεταλλαγμένες ζωοτροφές; διαβάστε ολόκληρο το κείμενο εδώ...